Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Μαΐου 24, 2009

Το πτώμα με τα ποδοσφαιρικά παπούτσια

Του Celil Oker. Μετάφραση από τα τουρκικά: Στέλλα Χρηστίδου. Εκδόσεις Καστανιώτης. Αθήνα 2008. Τίτλος πρωτοτύπου: Kramponlou Ceset, 1999.

Ένα μάλλον βαρετό βιβλίο. Με μάλλον ανούσια πλοκή, και μάλλον κακή μετάφραση. Όλα στο μέτριο. Δεν είναι ότι για κάποιο λόγο δεν το παρακολουθείς, είναι ότι όταν γυρίσεις σελίδα, δε θυμάσαι αν ήσουν στο τέλος, στην αρχή ή στη μέση της επόμενης. Και κάνεις κουράγιο για να παρακολουθήσεις μια ήκιστα πειστική ιστορία. Που για να την γράψω εδώ, αναγκάστηκα να την σημειώνω σταδιακά, επειδή ήμουν σίγουρη πως όταν θα έφθανα στο τέλος, δε θα θυμόμουν τίποτα από την αρχή.

Στα για μένα αρνητικά στοιχεία πρέπει να προσμετρήσω τις αναφορές στους δρόμους της Ισταμπούλ, που ήταν εντελώς επίπεδες και αδιάφορες, σε αντιδιαστολή με αυτές του Μάρκαρη για την Κωνσταντινούπολη που σε κάνουν να νομίζεις ότι περπατάς μαζί του και συ.

Το βιβλίο δεν το αγόρασα, μου το δάνεισε μία φίλη, και το πήρα για να δω πως είναι τα αστυνομικά της γείτονος. Το συγκεκριμένο μιμείται τα εγγλεζοαμερικάνικα, αυτά με τον παρακμιακό ιδιωτικό ντετέκτιβ που τα έχει θαλασσώσει στη ζωή του, και παρόλα αυτά ελπίζει ότι θα γλυτώσει από το πνίξιμο τους πελάτες του.

Ο δικός μας λέγεται Ραμζί Ουνάρ, και δρα στην Ιστανμπούλ. Πρώην πιλότος, που ωστόσο δε μπορεί να προσγειωθεί ούτε στην πόλη του με τον προσομοιωτή πτήσεων της Microsoft (ο ίδιος το λέει). Αυτόν τον κύριο λοιπόν, τον συστήνει ένας φίλος του διαφημιστής (που δεν αποκαλείται ποτέ με το όνομά του) σε έναν πελάτη του, τον Καράσου Ιλχάν μπέη, ιδιοκτήτη υφαντουργίας και ποδοσφαιρικής ομάδας τρίτης εθνικής κατηγορίας (της Καράσου Γκιουρέσπορ). Δουλειά του θα είναι να ανακαλύψει ποιος προκαλεί τα στημένα παιχνίδια με σκοπό τον υποβιβασμό της ομάδας.

Ακολούθως αυτοπροσκαλείται στην επίδειξη μόδας της υφαντουργίας, όπου θα παραβρίσκεται και η ομάδα, για να κόψει κίνηση. Κατά τη διάρκειά της πιάνει κουβέντα με έναν φωτορεπόρτερ της κακιάς ώρας, ο οποίος μόνο φωτογραφίες δεν τραβούσε. Αργότερα, την ίδια νύχτα ο φωτογράφος δολοφονείται μπροστά στα μάτια του (ή μάλλον μπροστά στα αυτιά του-διότι δεν είδε, αλλά άκουσε τον πυροβολισμό την ώρα που έκανε τσίσια του). Ο φόνος περνιέται για καρδιακή προσβολή και μόνο ο αναγνώστης έχει μυηθεί στην αλήθεια.

Προσπαθώντας να διαλευκάνει την υπόθεση, επισκέπτεται νύκτωρ το κατάστημα-οικία του θύματος, όπου βρίσκει στο πιο προφανές σημείο ένα χρήσιμο φάκελο, αλλά τον κοπανάνε στο κεφάλι και τον αφήνουν αναίσθητο. Ο φάκελος κάνει φτερά.

Στην πορεία ανακαλύπτει για το γιο του εργοδότη του τον Καραχάν, κάτι πράγματα που ο ίδιος δεν θα ήθελε να ανακαλυφθούν. Ως εκ τούτου, τον απολύει.

Δε θα μείνει άνεργος για πολύ. Τον προσλαμβάνει πάραυτα ο αντίπαλος του Καράσου, Τζέμ Τουμέρ. Αντίπαλος και στη δουλειά και στο παιχνίδι, μιας και αγόρασε και αυτός μια ομάδα -προς τέρψιν της ποδοσφαιρομανούς (και ωραιοτάτης) συμβίας του. Ο Ραμζί πρέπει να βρει γιατί εξαφανίστηκε η ωραία Αισού, σχεδιάστρια μόδας, υπάλληλος του Τουμέρ μπέη που ερωτοτροπούσε με την αντίπαλη υφαντουργία του Καράσου και σχετιζόταν με το γιο του τον Καραχάν και τον τερματοφύλακα της Γκιουρέσπορ Ζαφέρ.

Ο Τουμέρ μπέης, ήδη από την εναρκτήρια συζήτηση, τον ενημερώνει ότι ο ίδιος βρίσκεται πίσω από τα στημένα παιχνίδια, αλλά μην τον παρεξηγήσατε, δεν φταίει, το έκανε με προτροπή του δολοφονηθέντος φωτογράφου που λέγαμε.

Στην συνέχεια ο Ιλχάν μπέης τον παρακαλεί να συνεχίσει τις έρευνες για πάρτη του, ο γιος του Καραχάν εξακολουθεί να παραπαίει αν και στο τέλος ζητάει ταπεινά συγνώμη για τη συμπεριφορά του.

Αυτό ήταν. Παρακάτω δε μπόρεσα να πάω. Ταξίδια πήγα, από ταξίδια γύρισα, άλλα βιβλία διάβασα, αυτό εκεί, να γεμίζει σκόνη στο κομοδίνο. Ήρθε λοιπόν η ώρα της απόσυρσης, για να βγω και από την έγνοια του.

Αν έχετε περιέργεια για τα περαιτέρω, αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία. Και μην έχετε τύψεις. Στο κάτω-κάτω, τόσα λεφτά πετάμε εδώ κι εκεί.

Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009

Ο Φάρος

Της Της P. D. James. Μετάφραση: Τ. Τόλια. Εκδόσεις Καστανιώτης. Αθήνα 2007. Τίτλος πρωτοτύπου: The Lighthouse, 2006.

Στα ανοιχτά της Κορνουάλης (ότι και να σημαίνει αυτό) υπάρχει ένα μικρό ιδιωτικό νησί, απροσπέλαστο για τους κοινούς θνητούς. Έχει βλέπετε μετατραπεί σε "ησυχαστήριο" για άτομα με αυξημένες ευθύνες που ζητούν λίγη ψευδαίσθηση ηρεμίας και ξεκούρασης από τα υψηλά τους καθήκοντα. Ανήκει σε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση στην οποία το μεταβίβασε ο τελευταίος ιδιοκτήτης.

Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι ελάχιστοι: το απαραίτητο προσωπικό και η τελευταία απόγονος της οικογένειας που το είχε κάποτε στην κατοχή της. Η ηλικιωμένη κυρία έφερε μαζί και τον μπάτλερ της, με τον οποίο συνδέεται με φιλική σχέση (όση φιλική σχέση μπορούν να αναπτύξουν άτομα του είδους αυτού που η ψυχρότητα ανήκει στο γονιδιακό τους σύστημα).

Στο νησί υπάρχει ένας φάρος, εγκαταλειμμένος σήμερα. Ο φάρος αυτός θα χρησιμεύσει σαν σκηνικό μιας αποτρόπαιας πράξης: ο διεθνούς φήμης συγγραφέας Νέιθαν Όλιβερ βρίσκεται νεκρός, κρεμασμένος από το κιγκλίδωμα στην κορυφή του. Αυτοκτονία φυσικά. Ποιός να θέλει το θάνατό του; Και δεν θα μπορούσε να διαλέξει χειρότερη ώρα: στο νησί αναμένεται μια υψίστης σημασίας συνάντηση Κορυφής υπό τον Πρωθυπουργό της Μ. Βρεττανίας. Η υπόθεση πρέπει να διαλευκανθεί "ως τάχιστα".

Καλείται με άκρα μυστικότητα ο αστυνόμος Νταλγκλίς και οι δύο βοηθοί του, η Κέιτ και ο Μπρέντον Σμιθ. Η πρόσκληση δεν άρεσε σε κανένα. Ήταν Σαββατοκύριακο και όλοι είχαν να κάνουν κάτι πολύ προσωπικό.

Και να που βρίσκονται στο νησί. Και αρχίζει η χορεία των ανακρίσεων, υποθέσεων, συζητήσεων, και αρχίζουν να μαθαίνονται πράματα και θάματα: πόσο δύστροπος ήταν ο αποδήμήσας, πόσο δύσκολη έκανε ή είχε κάνει τη ζωή πολλών, και πως, στο φινάλε, κανείς δε δυσαρεστήθηκε με την απόφασή του να τους αφήσει γεια. Μα, τότε, μήπως δεν έφυγε οικειοθελώς; Μηπως κάποιος τον βοήθησε να πάρει την απόφασή του;

Και αρχίζουν οι υποψίες: η κόρη του, αναγκαστική συνοδός και γενικών καθηκόντων υπάλληλος, και ο γραμματέας του που πολύ θα ήθελαν να παντρευτούν και ο Όλιβερ δεν το επέτρεπε επειδή θα ξεβολευόταν, κινούν από την αρχή το ενδιαφέρον. Σιγά-σιγά αποκαλύπτεται ότι όλοι σχετίζονται, ακόμα και οι φαινομενικά άσχετοι και τυχαίοι φιλοξενούμενοι-επισκέπτες που βρίσκονται εκεί.

Και ενώ όλα φάνηκαν να παίρνουν ένα δρόμο, μια δεύτερη δολοφονία ταράζει τα νερά. Και κάτι απρόβλεπτο και οχληρό: Ο αστυνόμος προσβάλλεται από ΣΑΡΣ και τον απομονώνουν στο αναρρωτήριο. Ευτυχώς ο γιατρός είναι από τους καλύτερους, που για δικούς του λόγους θάφτηκε στο απομονωμένο νησί.

Η Κείτ αναλαμβάνει. Η προσοχή της όμως διασπάται από την τρυφερή ανησυχία της για τον αστυνόμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είναι και ηθικά υποχρεωμένη να δίνει αναφορά στην φίλη του. Ο Μπέντον Σμίθ το παίρνει μυρουδιά και απορεί: γυναίκες.....

Για τη συνέχεια θα πρέπει να ανατρέξετε στο πρωτότυπο.

Από τα καλύτερα της Τζέιμς. Περιγραφές χώρων και καιρικών συνθηκών (μου άρεσε πολύ η ομίχλη), των σκέψεων του καθένα, αναδρομές στο παρελθόν, όλα συντείνουν στο να μην το αφήσεις από τα χέρια σου προτού το τελειώσεις. Και, ενώ φαινομενικά ο χώρος δράσης είναι ευρύς (ένα ολόκληρο νησάκι με τα οικήματά του, τις παραλίες του, τα δάση του), στην πραγματικότητα δε διαφέρει από ένα κλειστό σπίτι, όπου όλοι τούς βλέπουν όλους και έχουν άποψη για όλους, όπου ανάβουν τα τζάκια τους, παίρνουν τα τσάγια τους και απολαμβάνουν τα δείπνα τους. Και ο δολοφόνος μαζί.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

Έγκλημα στο Μαρτινγκαίηλ

Της P. D. James. Μετάφραση Ι. Τσάμης. Επιμέλεια Κ. Λιόντης. Εκδόσεις Ροές. Αθήνα 1986. Τίτλος πρωτοτύπου: "Cover her face", 1962.

Πολύ παλιό, ε;

Σύμφωνοι, είναι όμως από αυτά που λέγονται κλασικά. Το είχα ξαναδιαβάσει τόσο παλιά, που είχα ξεχάσει την υπόθεση και φυσικά το δολοφόνο. Τώρα που ξαναέπεσε στα χέρια μου δεν το αρνήθηκα.

Η οικογένεια Μάξι είναι μια τυπική αγγλική οικογένεια που ανήκει στην καλή λεγόμενη κοινωνία της υπαίθρου. Κάποτε ρύθμιζε την τύχη ενός χωριού και των ανθρώπων του. Τώρα δεν την ρυθμίζει πια. Έχει φτωχύνει, παραχωρεί ή πουλάει τμήματα της ιδιοκτησίας της και αρκείται σε τιμητικούς τίτλους και στον σεβασμό των χωρικών.

Τη στιγμή που την γνωρίζουμε η οικογένεια αποτελείται από την μητέρα, κ. Ελήανορ Μάξι, τον γιό κ. Στέφεν Μάξι και την κόρη, κ. Ντέμπορα Ρίσκοε, που είναι χήρα. Ο πατέρας ζει, αλλά εδώ και χρόνια είναι κατάκοιτος. Τα παιδιά είναι εξαιρετικά κακομαθημένοι αργόσχολοι, ειδικά ο Στέφεν, που παρόλο που ασκεί το επάγγελμα του γιατρού είναι τελείως ανεύθυνος σε προσωπικά και οικογενειακά θέματα και αδιάφορος για τα πάντα, εκτός από την καλοπέρασή του. Καλός αλλά λίγος που λένε.

Κοντά στο σπίτι τους βρίσκεται το Άσυλο για ανύπαντρες μητέρες "Σαίν Μαίρη", που σε κάνει να αναρωτιέσαι που βρέθηκαν τόσες πολλές στην περιορισμένη κοινωνία της επαρχίας, ώστε να γεμίσουν ένα άσυλο. Τέλος πάντων το άσυλο υπάρχει και διευθύντριά του είναι η Μις Λίντελ, που είναι ανύπαντρη, αλλά όχι και μητέρα. Μία από τις τροφίμους, η Σάλλυ Τζάπ, στέλνεται σαν υπηρέτρια στο αρχοντόσπιτο. Ωραία, δροσερή και μυστικοπαθής, φαίνεται ότι είχε τη δύναμη να ταράξει τα νερά, γιατί ένα ωραίο πρωί βρίσκεται δολοφονημένη άγρια στο κρεβάτι της. Ύποπτοι είναι τα μέλη της οικογένειας, η ιδιόρρυθμη οικονόμος τους Μάρθα και οι δύο φιλοξενούμενοι, Φίλιπ Χήρς και Κάθριν Μπόουερς που γλυκοκοιτάζουν τα δύο αδέρφια πλάθοντας όνειρα θερινής νυκτός, ο καθένας για το αντίθετο φύλο βέβαια, μην πάει στο κακό ο νους σας.

Ο αστυνόμος Νταλγκλίς και ο βοηθός του καταφθάνουν για να εξιχνιάσουν το έγκλημα.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ζοφερό, αλλά ούτε μια στιγμή ο αναγνώστης δεν αισθάνεται μελαγχολική διάθεση.
Αντίθετα η κάθε σελίδα σε προκαλεί να πας στην επόμενη. Θα παρακολουθήσουμε βήμα-βήμα την επαγωγική σκέψη του Νταλγλίς, αλλά και τις σκέψεις των τεσσάρων νεαρών που προσπαθούν από τη μεριά τους να βρουν τον ένοχο. Θα δούμε για ακόμα μια φορά τα άπλυτα του κάθενός να βγαίνουν στη φόρα, τις μύχιες σκέψεις του να γίνονται κτήμα του διπλανού.Πάθη, φοβίες και ευσεβείς πόθοι μπλέκονται στο αξεδιάλυτο κουβάρι των οικογενειακών, φιλικών ή όποιων άλλων σχέσεων. Και όταν θα έρθει η ώρα της αποκάλυψης του δολοφόνου (που γίνεται με καθαρά "πουαρικό" τρόπο) θα διαπιστώσουμε ότι το θύμα έβαλε και αυτό το χεράκι του στη δολοφονία του.

Η Τζέιμς θεωρείται διάδοχος της Άγκαθα Κρίστι, είναι χιλιοειπωμενο αυτό, αλλά διαβάζοντας το μυθιστόρημα το βλέπεις σαν χειροπιαστή πραγματικότητα.

Αναπαράγει και αυτή την αγγλική κοινωνία και τη ζωή της στην ύπαιθρο που δεν φαίνεται να διαφοροποιείται και πολύ από την εποχή της Αγκάθα Κρίστι: τα τσάγια, οι φιλανθρωπικές γιορτές, ο εφημέριος, η ξεπεσμένη πλούσια οικογένεια που κρατά τους τύπους του παλιού καιρού, φαίνονται να είναι ίδια. Μόνο που εδώ μοιάζουν πιο πολύ καρικατούρα, παρά πραγματικότητα.

Ο μόνιμος ήρωάς της, αστυνόμος Νταλγκλίς, ανήκει στην επίσημη αστυνομία και οι μέθοδοί του είναι πιο σύγχρονες και πιο ...γήινες από του Πουαρό, που βασιζόταν αποκλειστικά στα φαιά του κύτταρα. Καθώς μάλιστα, προϊόντος του χρόνου, εξελίσσεται η προσωπικότητά του και αλλάζουν οι βοηθοί του, έρχεται πιο κοντά σε μας και οι τρόποι δράσης, τα μέσα, οι μέθοδοι περνούν το κατώφλι της εποχής μας.


Κυριακή, Μαΐου 03, 2009

Ο Μοναχός Αθανάσιος


Του Παύλου Εμμ. Ζαννή. Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη. Αθήνα 2009.

Η ευκαιρία για να το αγοράσω μου δόθηκε σε πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ, όταν την ώρα που έφευγα, το πήρε το μάτι μου στον πάγκο των προτεινόμενων. Το κίνητρο ήταν αφενός ο τίτλος, αφετέρου ο Έλληνας συγγραφέας (καθότι πρέπει να ενισχύουμε την ελληνική συγγραφική προσπάθεια). Φρόντισα σχετικά γρήγορα να κλέψω και το χρόνο για την ανάγνωσή του.

Ξάπλωσα στην πολυθρόνα μου, εφοδιάστηκα με σοκολάτες, και άρχισα.... Στην αρχή ήταν τραβηχτικό, και πήρα θάρρος για να συνεχίσω να κλέβω το χρόνο μου. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκα.

Εν ολίγοις: η ιδέα ήταν καλή, η αξιοποίησή της μετριότατη.

Το εύρημα του μοναχού- ντετέκτιβ, αν και όχι πρωτότυπο (Κάντφελ, Ρογήρος, Φιντέλμα, Πελαγία...) είναι, απ΄όσο γνωρίζω, για τα ελληνικά αστυνομικά πρωτοφανέρωτο.

Η σύλληψη του θέματος και της πλοκής ήταν επίσης καλή:

Ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών Ρόδου Χριστόδουλος, κατά κόσμον Χρήστος Ιακώβου, πρώην ανακριτής, χάνει τον ανεψιό του Νικολό σε τροχαίο. Ένα παράξενο, κατά τη γνώμη του, τροχαίο. Ένας φόνος. Αναθέτει λοιπόν στον μοναχό Αθανάσιο, κατά κόσμον Πέτρο Αθανασιάδη, πρώην ταξίαρχο της Ασφάλειας, να διαλευκάνει την υπόθεση.

Ταυτόχρονα δύο αναίτιοι εκ πρώτης όψεως φόνοι λαμβάνουν χώρα: δύο φιλήσυχοι πολίτες, ένας έμπορος φτηνών γουναρικών και ένας κατώτερος τραπεζικός υπάλληλος εξαναγκάζονται σε αιώνια αποδημία.

Ο Μοναχός Αθανάσιος, συνδέει τις τρεις περιπτώσεις, και με τη βοήθεια του παλιού του φίλου και υφισταμένου Μπίλι (τωρινού ταγματάρχη της Ασφάλειας Βασίλειου Πετρακόπουλου) προσπαθεί να βρει τη λύση. Δουλεύοντας μεθοδικά και ξαναανακρίνοντας αφανώς όλους τους εμπλεκόμενους, φτάνει στην ωραία Ελένη, πρώην αγαπημένη του Νικολού και νυν φιλενάδα του μεγαλοξενοδόχου Αλέξανδρου Γεωργάκη. Αυτή θα του υποδείξει την άκρη του μίτου για να προχωρήσει.

Στην υπόθεση εμπλέκονται στη σωστή δόση ζεύγος πλούσιων Γερμανών τουριστών, στρατιωτικοί, και η αιώνια ερωτευμένη με τον Νικολό Μαρία.

Κρίμα που δεν μπόρεσαν όλα αυτά να αξιοποιηθούν με μία σφιχτοδεμένη αφήγηση.

Ο λόγος είναι χαλαρός και άνευρος, οι διάλογοι μη πειστικοί. Άπειροι πλατειασμοί, δίνουν την αίσθηση ότι αναμασάται συνεχώς το ίδιο νόημα με κάθε είδους λεκτική παραλλαγή, προκειμενου να γεμίσουν οι σελίδες. Αυτό κάνει την εξέλιξη στατική, την ανάγνωση κουραστική. Για παράδειγμα: από την αρχή μας λένε ότι οι τρεις φόνοι είναι διαφορετικοί. Αυτό πόσες φορές πρέπει να το ακούσουμε για να το εμπεδώσουμε; Ότι η δολοφονία του γουναρά ήταν εσπευσμένη. Με πόσους άλλους τρόπους πρέπει να μας το πούν; Σε πόσο βάθος πρέπει να αναλυθεί χωρίς να καταντήσει πλύση εγκεφάλου; Ότι η Ελένη είναι έξυπνη γυναίκα και σπάνιος άνθρωπος. Το υμνολόγιο όμως που την ακολουθεί κάθε φορά που ακούγεται το όνομά της, είναι το λιγότερο, αφελές.

Ο μυθιστοριογράφος είναι πρωτόβγαλτος. Θα πρέπει λοιπόν να του δώσουμε άλλη μια ευκαιρία. Θα πρέπει όμως να έχει υπόψη του ότι άν ο αναγνώστης αρχίσει να αφαιρείται και να πηδάει σελίδες, ο συγγραφέας έχει χάσει το παιχνίδι.

Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι ο Μοναχός Αθανάσιος, πριν να φτάσει στο τέλος του στενού, όπως ο ίδιος διατείνεται, δρόμου του, θα αποδώσει πολλές φορές ακόμα δικαιοσύνη....

Κυριακή, Αυγούστου 24, 2008

Άμυνα ζώνης


Του Πέτρου Μάρκαρη. Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αθήνα 2001.

Όταν ένα μέρος είναι όμορφο, ξαναπάμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο το ξαναμαγειρεύουμε. Όταν ένα βιβλίο είναι συναρπαστικό, το ξαναδιαβάζουμε.

Το εν λόγω βιβλίο το είχα διαβάσει πριν κάποια χρόνια και τώρα που έπεσε πάλι στα χέρια μου του αφιέρωσα το χρόνο μου ευχαρίστως.

Σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά πρέπει να είναι κοντά στη Σαντορίνη, το ζεύγος Χαρίτου-Αδριανής κάνει διακοπές. Ο Θεός να τις κάνει διακοπές, δηλαδή μιας και φιλοξενούνται στο σπίτι του μπατζανάκη του που έχει σαλόνι σε χρώμα συκωτί (!!!) και πολυέλαιο (συγνώμη, πολύφωτο ήθελα να πω, αλλά με κόλλησε ο Χαρίτος) κρεμασμένο στο ταβάνι.

Ένα βράδυ γίνεται σεισμός. Τα ρίχτερ και τα μποφόρ φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή του σπιτιού αλλά και στη μορφολογία του νησιού. Από τις κατολισθήσεις ξεθάβεται ένα πτώμα. Αγνώστου ταυτότητος.

Η τοπική αστυνομία, αντί να κάνει τη δουλειά της, βρίσκει την εύκολη λύση να απευθυνθεί στον Προϊστάμενο του Τμήματος Ανθρωποκτονιών που είχε την ατυχή έμπνευση να κάνει τα μπάνια του στο νησί τους. Ο Χαρίτος εκών - άκων (αλλά εδώ που τα λέμε ....αρκετά εκών) φορτώνεται το πτώμα και αναχωρεί για την Αθήνα. Για να τον ανταμείψει ο Διευθυντής της Ασφάλειας, ο Γκίκας, του αναθέτει τη διαλεύκανση του εγκλήματος.

Μιας όμως και η ταυτότητα του δολοφονημένου δεν διακρίνεται στον ορίζοντα, για να μη μένει αργός του αναθέτει τη διαλεύκανση ενός ακόμα φόνου: του Ντίνου Κούστα, ιδιοκτήτη δύο νυχτερινών κέντρων και ενός εστιατορίου πολυτελείας. Τον σκότωσαν με τέσσερις πυροβολισμούς δυο βήματα από το μαγαζί του και μπροστά στα μάτια του εμβρόντητου θυρωρού του. Ο δράστης είχε συνεργό που τον πήρε με τη μοτοσυκλέτα του και αμφότεροι έγιναν άφαντοι.

Ο Κούστας στην προσωπική του ζωή ήταν τυχερός - άτυχος. Άτυχος, γιατί τον παράτησε η γυναίκα του με δύο παιδιά που δεν θέλησε να ξαναδεί, και τυχερός, γιατί παντρεύτηκε μια άλλη, την πρώην τραγουδίστρια Έλενα Φραγάκη, που εξελίχθηκε σε πραγματική κυρία.

Ο Χαρίτος την ερωτεύεται ακαριαία, αλλά δεν τολμά να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του. Η λαμαρίνα τον αποπροσανατολίζει αρκετά. Στο τέλος μάλιστα χάνει τελείως τον έλεγχο με απρόβλεπτες συνέπειες για την ζωή του, την οικογένειά του και την καριέρα του. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία και προβολές στο μέλλον δεν επιτρέπονται.

Ενδιαφέρουσα η πλοκή με τις δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους υποθέσεις που συμπλέκονται και συνδέονται έτσι, που στο τέλος γίνονται κομμάτια της ίδιας υπόθεσης. Το εύρημα αυτό, που θα το συναντήσουμε αργότερα και στον Βασικό Μέτοχο, κάνει το μυθιστόρημα συναρπαστικό.

Στην πραγματική ζωή, όταν κάποιος είναι στριμμένος και ξινός, όλοι τον λένε στριμμένο και ξινό και τον κάνουν πέρα. Ο Χαρίτος βλέπει με ξινισμένα μούτρα τα πάντα και τους πάντες, πλην της Κατερίνας βεβαίως, και όμως αποτελεί μια πολύ γοητευτική προσωπικότητα. Αν αυτό είναι κατόρθωμα του Μάρκαρη ή του ίδιου του Χαρίτου, δεν ξέρω.

Παρασκευή, Αυγούστου 08, 2008

Μυστήριο στο χιόνι

Του Cilbert Adair. Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη. Αθήνα 2008. Μετάφραση Ευάγγελος Κεφαλλονίτης. Τίτλος πρωτοτύπου: The Act of Roger Murgactoyd, 2006.

Χώρος

Μια έπαυλη στην εξοχή της αγγλικής υπαίθρου.

Χρόνος

Δεκαετία του 1930, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων.

Πρόσωπα του δράματος:

  • Ρότζερ Φόουκς, συνταγματάρχης, ιδιοκτήτης της έπαυλης, οικοδεσπότης.
  • Μαίρη Φόουκς, η γυναίκα του.
  • Σελίνα Φόουκς, κόρη τους, φοιτήτρια.
  • Ευάδνη Μάουντ, συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, καλεσμένη.
  • Κόρα Ράδερφορντ, ηθοποιός, καλεσμένη.
  • Χένρυ Ρόλφ, τοπικός γιατρός, καλεσμένος.
  • Μάτζ Ρόλφ, η γυναίκα του, καλεσμένη.
  • Κλεμ Γουάτις, εφημέριος, καλεσμένος.
  • Σύνθια Γουάτις, η γυναίκα του, καλεσμένη.
  • Ντόναλντ Ντάκγουέρθ, φοιτητής καλεσμένος.
  • Ρέιμοντ Τζέντρι, δημοσιογράφος σκανδαλοθηρικής εφημερίδας, μη καλεσμένος.
  • Τράμπσο, συνταξιούχος επιθεωρητής της Σκότλαντ Γυάρντ, κατ΄ανάγκην καλεσμένος.
  • Φάραρ, γραμματέας του συνταγματάρχη.
  • Τσίτι, ο μπάτλερ.
  • Υπηρέτες.
Ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει στον υπότιτλο "ψυχαγωγικό ανάγνωσμα". Εγώ θα το έλεγα παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος εποχής, του τύπου της Αγκάθα Κρίστι.

Πράγματι, έχει όλα τα στοιχεία των αστυνομικών μυθιστορημάτων της περιόδου αυτής που είναι γραμμένα από κορυφαίους συγγραφείς του είδου. Οι περισσότεροι μάλιστα κατονομάζονται. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει φυσικά η Αγκάθα Κρίστι, πράγμα που διαφαίνεται ήδη από τον (αγγλικό) τίτλο που παραπέμπει στο "Ποιός σκότωσε τον Ρότζερ Ακρόϋντ". [Παρεμπιπτόντως, η πολύ καλή κατά τα άλλα μετάφραση, δεν έπρεπε να αγνοήσει το βασικό αυτό στοιχείο του τίτλου, αντικαθιστώντας το με το τετριμμένο "Μυστήριο στο χιόνι"].

Μια σφοδρή χιονοθύελλα απομονώνει την έπαυλη από τον έξω κόσμο. Ένας φόνος λαμβάνει χώρα τα ξημερώματα στην κλειδωμένη από μέσα σοφίτα. Το θύμα είναι ο αντιπαθέστατος δημοσιογράφος ,που στο δείπνο της προηγούμενης είχε βγάλει στη φόρα ολονών τα άπλυτα και δημοσιοποίησε καλά κρυμμένα μυστικά. Ο δολοφόνος μάλλον απάλλαξε τον κόσμο από ένα κάθαρμα. Δεν παύει όμως να είναι δολοφόνος. Και, όπως εύστοχα το έθεσε η κ. Μπάουντ, όλοι οι άλλοι είναι ύποπτοι.

Όντας αποκλεισμένοι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στην περίσταση.

Ο συνταξιούχος επιθεωρητής που μένει σχετικά κοντά, θεωρείται η προσφορότερη λύση, μέχρι να μπορέσουν να φέρουν την τοπική αστυνομία. Ξεκινάει λοιπόν μια ανορθόδοξη διαδικασία ανακρίσεων για να οδηγηθεί στην ανακάλυψη του ενόχου. Είναι όμως λίγο...βραδύνους, όπως ο καλός επιθεωρητής Τζάπ. Θα σταθεί λοιπόν αρωγός του με το έτσι θέλω, η κ. Μπάουντ, που ως άλλη μις Μάρπλ, θα βρει τη λύση.

Συναρπαστικά αναπλασμένη τόσο η ατμόσφαιρα της εποχής, όσο και η ατμόσφαιρα των εν λόγω μυθιστορημάτων. Χιούμορ, σοβαροφάνεια, εξαντλητικά επαγωγική διαδικασία διήγησης μέχρι να αποκαλυφθεί ο δολοφόνος που κορυφώνεται (φυσικά) στη βιβλιοθήκη. Ακόμα και η κάτοψη του εσωφύλλου, που δεν προσφέρει κανένα στοιχείο στην κατανόηση του μύθου είναι μέσα στο κλίμα αυτό.

Χαριτωμένη η διήγηση, κρατά αμείωτη την περιέργειά μας μέχρι το τέλος. Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι μας δίνει πολλές παράλληλες διηγήσεις όμοιων μυθιστορημάτων, της κ. Μπάουντ υποτίθεται, που στοχεύουν και αυτά στην πρόκληση της θυμηδίας του αναγνώστη.

Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2008

Βασικός Μέτοχος

Του Πέτρου Μάρκαρη. Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Αθήνα 2006.

Ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών βρίσκεται ...εκτός Αθηνών.

Πώς έπαθε τέτοιο κακό;

Ανωτέρα βία.

Η κόρη του Κατερίνα υποστηρίζει τη διατριβή της στη Θεσσαλονίκη. Δεν θα μπορούσε να λείψει, έτσι; Έκανε λοιπόν πέτρα την καρδιά του και πήγε μαζί με τη γυναίκα του την Αδριανή και τον γαμπρό του τον Φάνη. Η Κατερίνα φυσικά πέρασε με άριστα, και στο γυρισμό την άλλη μέρα απαραίτητη ήταν η στάση στο Βόλο για να δεχθούν τα συγχαρητήρια και από τα συμπεθέρια.

Στο σημείο αυτό τελειώνει η άδεια του αστυνόμου. Επιστρέφει πασιχαρής (;!) στο γραφείο του, στη γρίνια του προϊσταμένου του Γκίκα, και στους δύο βοηθούς του, τον Βλασσόπουλο και τον Δερμιτζάκη.

Η Κατερίνα και ο Φάνης αναχωρούν για την Κρήτη όπου οι σύντομες διακοπές θα τους βοηθήσουν (υποτίθεται) να προγραμματίσουν το μέλλον τους. Θα παντρευτούν; Θα συζήσουν ρισκάροντας το έμφραγμα της Αδριανής; Θα κάνει η Κατερίνα τα χαρτιά της για το δικαστικό σώμα ή θα επιλέξει πανεπιστημιακή καριέρα ρισκάροντας το έμφραγμα και της Αδριανής και του πατέρα της;

Να όμως που περασμένα μεσάνυχτα τα συμπεθέρια ξυπνούν τον αστυνόμο. Έγινε λέει πειρατεία στο οχηματαγωγό Ελ Γκρέκο και κρατούνται όμηροι οι επιβάτες και το πλήρωμα, τριακόσια τόσα άτομα. Μαζί και τα παιδιά τους.

Χαμός.

Στην Κρήτη καταφθάνουν σύμπασες οι δυνάμεις των ΜΜΕ, η Αστυνομία, η Ασφάλεια, η Αντιτρομοκρατική, το πολεμικό Ναυτικό, ο Υπουργός, ξένοι ειδικοί για την Διεθνή Τρομοκρατία και δεν ξέρω ποιός άλλος. Ποιά είναι τα αίτια της επίθεσης; Τι ζητούν οι τρομοκράτες; Θα σκοτώσουν τους ομήρους;

Έχουν κατέβει φυσικά η Αδριανή και ο Χαρίτος για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα από κοντά.

Η αγωνία όλων κορυφώνεται. Ο Χαρίτος είναι έξω από τα νερά του μιας είναι άμεσα ενδιαφερόμενος αλλά και δεν είναι της αρμοδιότητάς του το πρόβλημα. Για μια φορά ο Γκίκας του φέρεται ανθρωπινά. Όχι όμως και ο Υπουργός που απαιτεί την αποχώρησή του από το θάλαμο των επιχειρήσεων.

Πίσω στην έρημη από ΜΜΕ και Αστυνομικές Δυνάμεις Αθήνα, αρχίζει ένα μακελειό. Κάποιος σκοτώνει σταρ της διαφήμησης, δημοσιογράφους που σχετίζονται με τη διαφήμιση και εκδίδει πολεμικά ανακοινωθέντα με τα οποία απαιτεί την διακοπή κάθε διαφημιστικής προβολής προϊόντος. Αν αυτό συμβεί, τα ΜΜΕ θα γονατίσουν, η οικονομία θα καταρεύσει και η κυβέρνηση θα πέσει. Ο Χαρίτος τίθεται επικεφαλής της έρευνας. Με το μισό μυαλό του και με το μισό προσωπικό του, καθότι το άλλο μισό...στην Κρήτη βρίσκεται.

Ποιός είναι ο παράξενος δολοφόνος και σε τι αποσκοπεί; Οσοι τον άκουσαν λένε ότι πρόκειται για ένα γεροντάκι, όσοι τον είδαν ότι πρόκεται για ένα νταβραντισμένο μποντιμπιλντερά. Τι από τα δύο ισχύει;

Ο Χαρίτος θα κινήσει κάθε πέτρα για να το βρει.

Για ακόμα μια φορά ο κ. Μάρκαρης κατορθώνει να μας μαγνητίσει με την απαράμιλλη γραφή του, με τη ζωντάνια των χαρακτήρων του, τους έξυπνους διαλόγους, την αριστοτεχνική πλοκή σε δύο επίπεδα δράσης και κοντολογίς δεν μας επιτρέπει να αφήσουμε το βιβλίο από τα χέρια μας αν δεν το τελειώσουμε πρώτα.

Αυτό και κάναμε.

Σας συνιστούμε να το κάνετε και εσείς.

Και μη πτοηθείτε από την ξυνίλα του Χαρίτου που εξακολουθεί να σχολιάζει δηκτικά ό,τι θεωρεί στραβό και ανάποδο στον νεοελληνικό του κόσμο: "πήγαμε σε ένα ταβερνάκι, που μέχρι χτες είχε φάβα και γίγαντες φούρνου, και τώρα σερβίρει ρόκα με παρμεζάνα και μανιτάρια πλευρώτους"....

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2008

Ο Τσε αυτοκτόνησε

Του Πέτρου Μάρκαρη. Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Αθήνα 2003.

Δεν ξέρω αν ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών γνωρίζεται προσωπικά με τον Επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο του Αστυνομικού Τμήματος της Βιγκάτα στη Σικελία.

Αν ναι, τότε σίγουρα έχουν να ανταλλάξουν πολλά κοινά βιώματα και να συμφωνήσουν σε πολλά θέματα: για τα χάλια της Αστυνομίας τη σημερινή εποχή, για την κατάντια των ανωτέρων τους που αφήνονται να γίνουν πιόνια της εκάστοτε εξουσίας, για τη δύσκολη σχέση που έχουν μαζί τους, για την ασχετοσύνη των κάθε είδους ιθυνόντων, για τη μοναχική πορεία που έχουν επιλέξει να πορευτούν στο Σώμα, τους ηθικούς κανόνες που έχουν βάλει στον εαυτό τους και τους ακολουθούν κατά γράμμα. Μπορεί ακόμα να σχολίαζαν με το δηκτικό και πικρό χιούμορ τους τον κόσμο που τους περιβάλλει. Και αν ήθελαν να ανοιχτούν παραπέρα και να πουν τα προσωπικά τους θα μιλούσαν για την προβληματική αλλά και τρυφερή σχέση που έχουν με το έτερόν τους ήμισυ.

Ή ίσως και να μην έλεγαν τίποτα από όλα αυτά, μιας και οι δύο είναι πολύ κλειστοί άνθρωποι και δύσκολα ανοίγονται στο συνομιλητή τους. Μπορεί να κάθονταν απλά σε μία ταβέρνα και να απολάμβαναν σιωπηλά διάφορες λιχουδιές από κείνες που οι γιατροί απαγορεύουν στους ασθενείς τους.

Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Εκείνο όμως που μπορούμε να πούμε πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις σπάνιες φορές που το αντίγραφο δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το πρωτότυπο. Ο χαρακτήρας του Μάρκαρη δεν αντιγράφει τυφλά, ούτε μιμείται τον χαρακτήρα του Καμιλέρι. Έχει αποκτήσει αυτόνομη προσωπικότητα και μπορεί να σταθεί άνετα δίπλα του, όντας απόλυτα ενταγμένος στην ελληνική πραγματικότητα.

Η γεμάτη ζωντάνια γραφή του Μάρκαρη, μας χάρισε πέντε μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή τον Χαρίτο: "Νυχτερινό Δελτίο", "Άμυνα ζώνης", " Ο Τσε αυτοκτόνησε", "Βασικός Μέτοχος", "Παλιά, πολύ παλιά". Ανυπομονούμε να υπάρξει συνέχεια.

Γιαυτό ας συστηθούμε με τον αστυνόμο Χαρίτο, ρίχνοντας μια κρυφή ματιά στη ζωή του.

Παντρεμένος εδώ και 30 σχεδόν χρόνια με την κυρία Αδριανή, έχει μια κόρη, την Κατερίνα που της έχει τρομερή αδυναμία. Η Κατερίνα σπουδάζει Νομικά στη Θεσσαλονίκη και σχετίζεται με το Φάνη, καρδιολόγο σε νοσοκομείο της Αθήνας. Ο Φάνης υπήρξε γιατρός του αστυνόμου, ο οποίος στην αρχή δεν είδε με καθόλου καλό μάτι τη σχέση αυτή. Γρήγορα όμως αφέθηκε να κατακτηθεί.

Προϊστάμενός του στο τμήμα είναι ο Γκίκας. Ο Χαρίτος δεν τον έχει καθόλου σε εκτίμηση. Αντίθετα εκτιμά και σέβεται βαθύτατα τον Ζήση, παλιό κομμουνιστή με τον οποίον πρωτοσυναντήθηκε στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Οι μετακινήσεις του γίνονται με ένα σαραβαλάκι, Μιραφιόρι, που αρνείται να το αποχωριστεί. Μία ακόμα ιδιαιτερότητά του είναι η ανάγνωση λεξικών, κυρίως του Δημητράτου, όπως οι άλλοι διαβάζουν μυθιστορήματα ή εγκυκλοπαίδειες.

Στην τρίτη ιστορία της σειράς, που διαδραματίζεται λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, το πανελλήνιο παρακολουθεί έντρομο τις δημόσιες αυτοκτονίες σημαντικών προσώπων: ενός επιχειρηματία που σχετίζεται με τα Ολυμπιακά έργα, ενός πολιτικού και ενός δημοσιογράφου.

Ο αστυνόμος Χαρίτος βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια, και οφείλει να καθίσει στα αυγά του. Έλα όμως που η Αδριανή τον καταπιέζει με την υπερπροστατευτική φροντίδα της και τα νερόβραστα φαγητά της. Και εκεί που είναι έτοιμος να σαλτάρει ,εμφανίζεται ο προϊστάμενός του, που κανονικά βάζει φρένο στις πρωτοβουλίες του, και κατατρομαγμένος του ζητά να αναλάβει μυστικά την έρευνα. Του δίνει μάλιστα ως βοηθό την προσωπική του γραμματέα, την Κούλα.

Και ο Χαρίτος ρίχνεται με τα μούτρα. Δεν είναι όμως τόσο ανιδιοτελής. Έχει ανακαλύψει ότι κάποιος άλλος με χοντρό πολιτικό μέσο είναι έτοιμος να του φάει την καρέκλα. Για να σωθεί πρέπει να βρει πρώτος τον ένοχο.

Με φόντο τους φρενήρεις ρυθμούς της προετοιμασίας για τους Αγώνες παρακολουθούμε μια συναρπαστική ιστορία με προεκτάσεις στις βαλκανικές χώρες. Για να βρούμε τον ένοχο όμως, θα μας οδηγηθούμε στα χρόνια του εμφύλιου και της Χούντας.

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

Ελληνικά Εγκλήματα

Επιμέλεια Ανταίος Χρυσοστομίδης. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα 2007.

Ανθολογία αστυνομικών διηγημάτων που περιλαμβάνει δέκα πρωτότυπα διηγήματα, γραμμένα από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς του είδους.

Αν και το διήγημα ως αφηγηματικός τρόπος δεν μου αρέσει ιδιαίτερα, οφείλω να αναγνωρίσω ότι η συγκεκριμένη προσπάθεια είναι πάρα πολύ καλή και έπαινος αξίζει, τόσο στον επιμελητή που είχε την ιδέα, όσο και στους συγγραφείς που έκαναν την προσπάθεια.

Αρχικά ο κ. Χρυσοστομίδης προτάσσει μια σύντομη και περιεκτική εισαγωγή με την ιστορία και την εξέλιξη του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα και τον κόσμο. Πολύ χρήσιμο βοήθημα για τους φαν του είδους. Ακολουθούν τα δέκα διηγήματα και τέλος βιογραφικά σημειώματα των συγραφέων.

Δύσκολο είναι να σχολιαστούν τα διηγήματα. Και αυτό επειδή είναι τόσο μικρά, ώστε αναφέροντας λεπτομέρειες της πλοκής τους, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις πρόωρα στοιχεία που δεν πρέπει να γνωρίζει ο αναγνώστης.

Θα επιχειρήσουμε ωστόσο να ρίξουμε μια ματιά στο περιεχομένό τους, τραβώντας ανεπαίσθητα την κουρτίνα.

Πέτρος Μάρκαρης. Τριημερία. Κωνσταντινούπολη, 5-8 Σεπτεμβρίου 1955. Απολαυστικό το διήγημα, διαβάζεται απνευστί. Με γλαφυρό ύφος δίνονται τα γεγονότα των τριών αυτών ημερών που μας σημάδεψαν ακόμα μια φορά ως έθνος. Με αριστουργηματικά κατευθυνόμενη αγωνία ο αναγνώστης οδηγείται στην εκτόνωση του τέλους. Ο συγγραφέας, Κωνσταντινουπολίτης ο ίδιος και έχοντας βιώσει την ζοφερή πραγματικότητα αυτών που περιγράφει, μας δίνει ανάγλυφη την εικόνα της κοινωνίας και του τρόπου ζωής των Ρωμιών στην Πόλη εκείνη την εποχή.

Και όμως. Όταν το τελείωσα μου ήρθε στο μυαλό ένα σχόλιο που είχε γράψει κάποτε ο δασκάλός μου σε μία μου έκθεση: "εξαιρετικό γράψιμο, ανάπτυξη εκτός θέματος". Ναι, δυστυχώς ο κ. Μάρκαρης είναι στο διήγημα αυτό εκτός θέματος, εφόσον πιο πολύ του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός "Ιστορικό". Εκτός αν αναγνώσουμε διαφορετικά τον τίτλο της συλλογής. Τότε ναι, το διήγημα αναφέρεται σε "ελληνικά εγκλήματα".

Σταδιακά θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.

Τετάρτη, Ιουλίου 16, 2008

Κατά συρροήν

Του Πέτρου Μαρτινίδη. Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998.

Ο κ. Μαρτινίδης είναι καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου (σύμφωνα με το βιογραφικό του οπισθόφυλλου) διδάσκει θεωρία και κριτική αρχιτεκτονικής. Είναι επίσης Θεσσαλονικιός. Εκτός από τα βιβλία τα σχετικά με την επιστήμη του έχει πολύ έντονη παρουσία στην αστυνομική λογοτεχνία. Ο συνδυασμός αυτός είναι πολύ του γούστου μου. Κοντολογίς, όπου βρω Μαρτινίδη τον διαβάζω. Και περνάω μαζί του καλά.

Το εν λόγω βιβλίο είναι το πρώτο του αστυνομικό. Το είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια και το ξαναθυμήθηκα με αφορμή κάτι δικό του που διάβασα πρόσφατα (το διήγημα "Από άλλοθι σε άλλοθι" που βρίσκεται στη συλλογή "Ελληνικά Εγκλήματα". Επειδή σκοπεύω να την σχολιάσω σύντομα, δεν θα γράψω τίποτα άλλο εδώ).

Τότε που το διάβασα μου είχε αρέσει πολύ.

Ο ήρωας, ο κ. Παύλος Μακρής, ετών 55, καθηγητής στο ΑΠΘ, έχει το μυαλό του αποκλειστικά στα της επιστήμης του. Ξαφνικά όμως χτυπά την πόρτα του η αστυνομία και τότε όλα αλλάζουν. Καλείται να επιλύσει αστυνομικά προβλήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων. Δεν μπορεί ούτε να αρνηθεί, ούτε στην πορεία να υπαναχωρήσει. Από ένα σημείο και μετά η επίλυσή τους έχει να κάνει με την ίδια του την επιβίωση.

Πρέπει να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης του Δημήτρη Σκούρου, μεταπτυχιακού φοιτητή και φίλου του. Πρόκειται για δολοφονία ή οικειοθελή αποχώρηση από την πιάτσα; Πρέπει να λύσει το μυστήριο ενός τροχαίου που απέβη μοιραίο για τον κ. Ασπριτζή, καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πρόκειται για δολοφονία ή ατύχημα; Πρέπει να λύσει το μυστήριο της κλοπής τριών πινάκων. Πρόκειται για ανυπολόγιστης αξίας έργα ή ερασιτεχνικές απομιμήσεις τους;

Ο κ. Μακρής δεν είναι παντρεμένος. Την έλλειψη αυτή αντισταθμίζει με μια σταθερή ...παράνομη σχέση που διατηρεί με μια συνομίληκή του κυρία, την Ελένη, που τυγχάνει οδοντίατρός του και σύζυγος συναδέλφου του. Την οποία όμως θα επισκιάσει η Λήδα, μία νεαρότατη αστυνομικός, που στην αρχή ήταν αντίπαλος του κ. Μακρή και αργότερα εξελίχθηκε σε σύμμαχό του στην έρευνα που από κοινού διεξάγουν.

Η έρευνα προχωράει καλά, όχι όμως και η σχέση τους, διότι η ωραία Λήδα , παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και των δύο, περί άλλα τυρβάζει....

Η ιστορία προχωράει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εφάμιλλη αυτής που αναπτύσει στις στροφές του Πανοράματος το αυτοκίνητο που τους καταδιώκει για να τους σκοτώσει. Γιατί άραγε; Η πρόσκρουση είναι απότομη και στις δύο περιπτώσεις. Το Ντε Σεβό στο οποίο επιβαίνουν διαλύεται. Η ζωή την οποία είχαν κατασκευάσει, η ζωή την οποία είχαν ονειρευτεί διαλύεται.

Αναδομώντας τα ερείπιά της ο πρωταγωνιστής θα μας τα προσφέρει ως αστυνομικό αφήγημα με το ψευδώνυμο Πέτρος Μαρτινίδης.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

Πικρό τέλος

Της Ruth Rendell. Μετάφραση Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Αθήνα 2005.

Κατ εμέ το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η αγάπη. Αλλά μια αγάπη με ιδιάζουσα βαρύτητα. Πολλές από τις μορφές της (: ερωτική, αδελφική, μητρική, πατρική) εμφανίζονται με στρεβλωμένα χαρακτηριστικά και αρνητικά για τον δέκτη επακόλουθα. Η αστυνομική πλοκή είναι το ένδυμα για να περιγραφούν καταστάσεις και συναισθήματα που σχετίζονται με αυτήν.

Όταν ο Απόστολος Παύλος έγραφε τον γνωστό υπέροχο Ύμνο στην Αγάπη και απαριθμούσε τις ιδιότητές της, δεν του πέρασε φαντάζομαι από το μυαλό να γράψει ότι η αγάπη μπορεί και να σκοτώσει. Παρόλο που το αποτέλεσμα αυτό το έχουμε διαπιστώσει επανειλημμένα στη ζωή και στη λογοτεχνία, η αγάπη ως κίνητρο φόνου ξενίζει. Και πάλι το μυαλό μας πάει σε ένα συγκεκριμένο είδος αγάπης, την ερωτική. Φαίνεται όμως ότι και αυτό που θεωρείται μητρική αγάπη μπορεί να σκοτώσει.

Το μυθιστόρημα πλέκεται γύρω από την αρρωστημένη επιθυμία άτεκνων ζευγαριών να αποκτήσουν παιδί. Διότι πώς αλλιώς να αποκαλέσω την κατάσταση στην οποία ένα κράμα αλόγιστου πόθου και βλακώδους ευπιστίας οδήγησε σύγχρονες γυναίκες, Αγγλίδες γεννημένες και μεγαλωμένες σε αστικά κέντρα, να πιστέψουν ότι τρώγοντας για έξι μήνες προϊόντα της Αφρικής και πηγαίνοντας στο τέλος εκεί, θα γεννούσαν ένα παιδί (μαύρο φυσικά) που θα μπορούσαν να το πάρουν νομότυπα στο σπίτι τους; και η τιμή τζάμπα, μόλις 10.000 λίρες. Και όμως, το κάνανε. Άλλες πάλι, όπως η δολοφονημένη ηρωίδα, εκμεταλλεύονται αλλιώς αυτή την ανθρώπινη ανάγκη: δηλώνουν ότι θα γίνουν παρένθετες μητέρες, ξενιστές ενός μωρού που μόλις γεννηθεί θα πρέπει να το δώσουν σε κάποια άλλη. Αλλά τα μωρά δεν δίνονται έτσι αβασάνιστα.

Τον δολοφόνο τον βρήκα με το που εμφανίστηκε. Και το (πραγματικό) κίνητρό του επίσης. Κάτι εξαιρετικά σπάνιο για μένα. Η γνώση όμως αυτή δεν με απώθησε, ούτε συντέλεσε στο ελάχιστο σε βαρεμάρα ή κόπωση ή προσπάθεια μετάθεσης της ανάγνωσης.

Αυτή η αντίδρασή μου, πιστεύω, θα άρεσε πολύ στην συγγραφέα. Πού γράφει, είναι η αλήθεια, ζοφερά και ψυχοπλακωτικά, αλλά εξαιρετικά συναρπαστικά αστυνομικά μυθιστορήματα. Η μαεστρία της είναι ότι ο ζόφος που τα περιβάλλει εξαφανίζεται άμεσα και τη θέση του παίρνει η ικανοποίηση της ανάγνωσης ενός καλού αστυνομικού.

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007

Φορμόλη

Του Αρναλδούρ Ινδρίδασον. Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη. Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη 2007. Τίτλος πρωτοτύπου: Arnaldur Indridason Myrin.

Ένα από τα καλύτερα αστυνομικά που έχω διαβάσει. Και αυτό, γιατί πέρα από την καθαρά αστυνομική πλοκή που είναι πολύ καλά δομημένη, θίγει μερικά ιδιαίτερα ανθρώπινα θέματα. Αρχικά φαίνεται ζοφερό σύντομα όμως αυτό το στοιχείο παύει να ενοχλεί διότι ο αναγνώστης συνεπαρμένος από την υπόθεση και τον τρόπο γραφής συνεχίζει την ανάγνωση με αμείωτο ενδιαφέρον.

Ένας φόνος γίνεται στο Ρέυκιαβικ και η Αστυνομία καλείται να τον εξιχνιάσει. Ο Έρλενδουρ και η ομάδα του αναλαμβάνουν.

Το θύμα, ένας άνδρας γύρω στα 70 ονόματι Χόλμπεργκ, πολύ σύντομα χάνει τη συμπάθεια του αναγνώστη, καθώς αποδεικνύεται ότι στα νιάτα του υπήρξε βιαστής, άπαξ τουλάχιστον, πιθανόν κατ΄εξακολούθησιν.

Ο καρπός του βιασμού του είναι ένα κοριτσάκι, η Έιδουρ, που πέθανε στα 4 της χρόνια. Η μητέρα της, η Κόλμπριν, μετά 3 χρόνια αυτοκτόνησε από τη θλίψη της. Η μοναδική εναπομείνασα συγγενής, μια γριά τώρα θεία, πείθεται με δυσκολία να παράσχει βοήθεια στην Αστυνομία.

Στην πορεία της έρευνας αποδεικνύεται ότι η Έιδουρ έπασχε από κάποια σπάνια γενετική ασθένεια. Για ευνόητους λόγους αναζητούνται και άλλα θύματα του Χόλμπεργκ, λόγω της πιθανότητας να υπάρχουν απόγονοι, νοσούντες ή φορείς της ασθένειας. Η γυναικεία κοινωνία στην οποία απευθύνονται όμως, σοκαρισμένη, σιωπά. Ποια θα ομολογείσει έναν βιασμό 40 χρόνια μετά που συνέβη;

Η Ισλανδία είναι μικρή χώρα. Και απομονωμένη γεωγραφικά. Το αποτέλεσμα είναι ποικίλοι βαθμοί συγγένειας των κατοίκων της που περιπλέκεται στο βάθος του χρόνου.

Με σκοπό την διάγνωση και καταπολέμηση κληρονομικών ασθενειών δημιουργείται μία Τράπεζα γενετικού υλικού. Παρενέργειά της: περιπλοκές της πατρότητας! Με τον τρόπο αυτόν και άλλο θύμα του Χόμπεργκ αποκαλύπτεται. Εγώ όμως δεν πρέπει νομίζω να αποκαλύψω περισσότερα για την υπόθεση.

Τίποτα δεν με εμποδίζει ωστόσο να αναφερθώ στον κύριο ερευνητή που παρουσιάζεται όχι σαν υπεράνθρωπος, αλλά με προβλήματα και πάθη και αδυναμίες. Ο αστυνομικός Έρλενδουρ είναι με μια πρώτη ματιά ο πιο ακατάλληλος για να αναλάβει αυτή την υπόθεση (και οποιαδήποτε άλλη, εδώ που τα λέμε). Άρρωστος, με διαλυμένη την οικογένειά του από νωρίς και τα δύο του παιδιά να έχουν πάρει την κατρακύλα των ναρκωτικών, μόνο στην έρευνα δεν μπορεί να έχει το μυαλό του. Σταδιακά όμως όλα αυτά εξομαλύνονται και αρχίζει να δημιουργεί μια πολύ τρυφερή σχέση με την κόρη του.

Στους αντίποδες, ο πατέρας εκείνος που κακοποιεί σεξουαλικά την κόρη του από μικρή και την εξωθεί σε ακραίους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος.

Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο στοιχείο του έργου, είναι η γνωριμία με τα Ισλανδικά ονόματα και τον τρόπο που τα χειρίζονται. Οι Ισλανδοί δεν έχουν επίθετα. Ο καθένας προσδιορίζεται με το όνομα του πατέρα του και την κατάληξη -σον ή -ντότιρ ανάλογα με το φύλο του. Είναι ενδιαφέρον, επειδή κάτι παρόμοιο γινόταν στην αρχαία Ελλάδα (π.χ. Περικλής Ξανθίππου). Το σύστημα αυτό υπήρχε επίσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και είχε διατηρηθεί μέχρι πριν λίγα χρόνια στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης (π.χ. Ιμπραήμ Χουσεΐν Ογλού. Ο γυιός του θα λέγεται π.χ. Εκρέμ Ιμπραήμ Ογλού). Νομίζω ότι στην Κύπρο υπάρχει ακόμα, σε μερικές οικογένειες τουλάχιστον (π.χ. Κωστής Σπύρου, Σπύρος Κωνσταντίνου).

Και τέλος, ανακάλυψα από είχε δανειστεί ο Τόλκιν τα ονόματα που λήγουν σε -ντουρ!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 20, 2007

Η Θύελλα

Του Juan Manuel de Prada. Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου. Εκδόσεις Καστανιώτη 2001.

Πολύ σπάνια εγκαταλείπω ένα βιβλίο. Από τη στιγμή που το ξεκίνησα, θεωρώ ζήτημα τιμής (πασπαλισμένης με αρκετή δόση μαζοχισμού) την ολοκλήρωση της ανάγνωσής του.

Αυτό το άφησα στη σελίδα 25. Στάθηκε αδύνατο να πάω παρακάτω. Οι μακροσκελείς περιγραφές, η αφόρητη μελαγχολία που διαχέεται, κατά τον συγγραφέα, στην χειμωνιάτικη Βενετία με απώθησαν.

Και εγώ όταν ήμουν στην ηλικία του πρωταγωνιστή, χειμώνα πήγα στη Βενετία και για παρόμοιους λόγους (πανεπιστημιακή εκδρομή του Τμήματος Αρχαιολογίας και Τέχνης). Τις περισσότερες μέρες έβρεχε. Δεν είχα νιώσει τότε την παραμικρή μελαγχολία και δεν θέλησα να με καταλάβει αναδρομικά.

Το είδος των επιστημονικών-αστυνομικών μυθιστορημάτων, που ευτυχώς ανθεί στις μέρες μας, ενέχει πάντα τον κίνδυνο εκτροχιασμού προς την πλευρά της εκάστοτε επιστήμης. Ο συγγραφέας πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, σεβόμενος τη δεύτερη ιδιότητα του πονήματός του. Δεν γράφει επιστημονικό έργο, ούτε καν εκλαϊκευτικό επιστημονικό έργο. Εκείνος ο αναγνώστης που επιλέγει να ξεκουραστεί (πολλές φορές να ξεκουραστεί από το διάβασμα!!!!!) διαβάζοντας ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν επιθυμεί να τον ζαλίζουν με πάρα πολλή επιστήμη. Θέλει να χαλαρώσει.

Χαλάρωση και ευχαρίστηση από τη Θύελλα δεν αποκόμισα. Ίσως και να αδικώ το βιβλίο εγκαταλείποντάς το τόσο νωρίς. Στο κάτω-κάτω διαβάστηκε από όλη την Ευρώπη.

Λυπάμαι, δεν μπόρεσα.

Κρίμα, κυρίως επειδή η "Θύελλα" του Τζοτρζόνε ήταν ο αγαπημένος μου πίνακας στο μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης. Σχολιασμένη στο πανεπιστημιακό εγχειρίδιο από την απαράμιλλη πέννα του καθηγητή Χρύσανθου Χρήστου είχε προσλάβει για μένα μυθικές διαστάσεις.

Α, και κάτι ακόμα, επί του μύθου: ο πρωταγωνιστής πηγαίνει στη Βενετία για να μελετήσει τον πολυσυζητημένο αυτόν πίνακα για τον οποίο έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή αφιερώνοντας γι΄αυτήν πέντε χρόνια. Μα καλά, αφού την τελείωσε θυμήθηκε να πάει να τον δει; Απ΄όσο μπορώ να ξέρω, κατά κανόνα επισκέπτεσαι το αντικείμενο το πόθου σου κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής σου με αυτό και όχι μετά για να διαπιστώσεις αν έγραψες καλά το μάθημά σου.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2007

Ήλιος του Αυγούστου

Του Andrea Camilleri. Μετάφραση Φωτεινή Ζερβού. Εκδόσεις Πατάκη 2007.

Γνωρίζετε τον Επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο; Αν ναι, δεν έχετε λόγο να διαβάσετε την επόμενη παράγραφο. Αν όχι, συνεχίστε.

Ο Σάλβο Μονταλμπάνο είναι Επιθεωρητής στο Αστυνομικό Τμήμα της Βιγκάτα, που διοικητικά υπάγεται στη Μοντελούζα. Στη Σικελία. Αυτή τη στιγμή είναι 55 χρονών. Μένει σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι που βρίσκεται στη Μαρινέλλα, στις παρυφές της Βιγκάτα. Έτσι, το καθημερινό μπάνιο εντάσσεται στη ρουτίνα του. Ζει μόνος του. Ωστόσο είναι αρραβωνιασμένος. Η Λίβια, δημοσιογράφος που ζει στη .... Ρώμη, είναι αυτή που κατέχει τον επίζηλο τίτλο της αιώνιας αρραβωνιαστικιάς. Ο καλύτερος φίλος του Μονταλμπάνο είναι ο συνάδελφός του Μιμί Αουτζέλλο, υφιστάμενός του στο Τμήμα. Συνδέονται μάλιστα και με σχέση κουμπαριάς. Η αγάπη που του έχει δεν τον εμποδίζει να τον ζηλεύει παθολογικά, τόσο για τις επιδόσεις του στη δουλειά, όσο και για την τρυφερή σχέση του με τη Λίβια. Ο Μονταλμπάνο είναι πολύ καλοφαγάς. Τρώει πολύ και εκλεκτικά. Προτίμησή του τα κάθε είδους θαλασσινά και ψάρια. Το αγαπημένο του στέκι είναι η ταβέρνα του Καλότζερο (ή του Έντσο), όπου γευματίζει τα μεσημέρια με ό,τι καλύτερο. Το σπίτι του το φροντίζει η Αντελίνα, που δεν παραλείπει να του γεμίζει το ψυγείο με λιχουδιές. Το παράξενο είναι ότι αυτή η Αντελίνα, που του έχει τρομερή αδυναμία, είναι μητέρα δύο κακοποιών που μπαινοβγαίνουν στις φυλακές. Κάποιες φορές μάλιστα τους έχει συλλάβει ο ίδιος ο Μονταλμπάνο. Το γεγονός δέν έχει πτοήσει κανέναν τους, και έτσι ο Μονταλμπάνο έγινε νονός στο παιδί του ενός από τους δύο.

Αρκετά.

Στο εν λόγω μυθιστόρημα καλείται να εξιχνιάσει ένα φόνο που συνέβη προ εξαετίας. Το πτώμα μιας δεκαεξάχρονης κοπέλας βρέθηκε μουμιοποιημένο μέσα σε ένα μπαούλο, στον αυθαίρετο πρώτο όροφο παραθαλάσσιας κατοικίας που είχε θαφτεί στην άμμο για να μη φαίνεται, μέχρι να γίνει νομιμοποίηση των αυθαιρέτων...

Το κακό είναι ότι το σπίτι αυτό το είχε νοικιάσει ο Μονταλμπάνο για να μείνει μια οικογένεια φίλων της Λίβια. Το πτώμα μάλιστα το ανακάλυψε ο ίδιος τυχαία. Και λέω το κακό, γιατί η όλη ιστορία έγινε αφορμή για να διαταραχτούν για άλλη μια φορά οι σχέσεις του με τη Λίβια. Έτσι θα κάνει ο ένας στον άλλον εκδικητικές απιστιούλες ....ξενοκοιτάζοντας.

Στην υπόθεση εμπλέκονται τοπικοί μεγαλοσχήμονες παράγοντες, ανέγγιχτοι από το νόμο, η Μαφία, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που έχει πεθάνει, ο ιδιόρρυθμος προγονός του που έχει σκοτωθεί, ο αρχιτέκτονας που το έχτισε, ο εργολάβος που παρακολουθούσε τις εργασίες, ο μεσίτης που το νοίκιασε, και η πανέμορφη Αντριάνα, δίδυμη αδελφή της θανούσης, νυν φοιτήτρια.

Ο Μονταλμπάνο με τον βοηθό του Φάτσιο και την συνεργασία της Αντριάνας που του φορτώνεται ετσιθελικά, προσπαθεί να βρει την άκρη. Θα τη βρει φυσικά, αλλά για κείνον θα είναι αργά...

Αν δεν με απατά η μνήμη μου αυτό είναι το ενδέκατο βιβλίο του Καμιλλέρι με ήρωα τον Μονταλμπάνο που εκδίδεται στα ελληνικά. Παρόλο όμως που είμαι φαν και του συγγραφέα και του ήρωα, αυτό συγκριτικά με τα άλλα, ειδικά τα πρώτα, μου φάνηκε πιο αδύναμο, με πιο χαλαρή δράση, με ευρήματα και ατάκες που επαναλαμβάνονται. Σαν να έχει κουραστεί ο συγγραφέας. Η μήπως κουράστηκα εγώ;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2007

Η ερμηνευτική του φόνου

Του Jed Rubenfeld. Μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου. Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη. 2007.

Τι είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Ε, καλά τώρα. Αυτό το ξέρουν και τα μωρά. Είναι η ενδόμυχη, καλά κρυμμένη και ωστόσο πανταχού παρούσα επιθυμία του γιου να συνευρεθεί με την μητέρα του, εξουδετερώνοντας τον πατέρα του, τον οποίο ζηλεύει θανάσιμα.

Τι σημαίνει το πιο πολυσυζητημένο δίλημμα στη λογοτεχνία, η σπαρακτική απορία του Άμλετ: "να είναι κανείς ή να μην είναι;". Ε, καλά τώρα. Αυτό το ξέρουν και τα μωρά. Σημαίνει "να ζει κανείς ή να μη ζει;".

Γιατί είστε σίγουρος ότι οι απαντήσεις που δώσατε είναι οι σωστές;

Διαβάστε αυτό το βιβλίο και θα δείτε μια άλλη προσέγγιση του θέματος.

Στο πρώτο ερώτημα, θα διαπιστώσετε ότι το οιδιπόδειο είναι το ακριβώς αντίστροφο πράγμα από το γενικώς πιστευόμενο: η ζήλια του πατέρα προς τον γιο, ο οποίος με το που έσκασε μύτη στον κόσμο του πήρε τη γυναίκα του και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της με αγκαλιές, κανακέματα, θηλασμό κτλ. κτλ.

Για το δεύτερο, θα παρακολουθήσετε διάφορες εκδοχές όπως: Να δείχνει κανείς προς τα έξω τον πραγματικό εαυτό του ή να παριστάνει κάτι άλλο, να φαίνεται αλλιώτικος απ΄αυτό που είναι δηλαδή; Να κάθεται κανείς στ΄αυγά του και να υπομένει τη μοίρα του ή να αναλάβει δράση, ακόμα και αν αυτή ισοδυναμεί με το θάνατό του;

Μα καλά ψυχολογία θα διαβάσουμε τώρα; Με λογοτεχνία θα ασχοληθούμε; εσείς μας λέτε πως το βιβλίο είναι αστυνομικό. Μην ανησυχείτε κυρίες και κύριοι αναγνώστες. Δεν σας εξαπατήσαμε. Αστυνομικό θα διαβάσετε. Και μάλιστα αστυνομικό εποχής.

Θα μεταφερθείτε στην Νέα Υόρκη του 1909. Νέες ανακαλύψεις, νέες κατασκευές, καινούριες εφευρέσεις έρχονται με γοργούς ρυθμούς στο φως . Αυτοκινούμενα αμάξια, τηλέφωνα, πανύψηλα κτήρια από χάλυβα κάνουν την εμφάνισή τους και αλλάζουν ραγδαία το περιβάλλον και τη ζωή των ανθρώπων. Ένα ασύλληπτο μέχρι τότε έργο, η γιγάντια γέφυρα του Μανχάταν υψώνεται πάνω στα υποβρύχια θεμέλια της, και όπου νάναι θα ολοκληρωθεί. Η ατμόσφαιρα των αρχών του 20ου αι. δοσμένη αριστοτεχνικά, σε κάνει να νομίζεις ότι παρακολουθείς τον κόσμο αυτόν από τα μέσα, όχι σαν παρατηρητής που σου τα διηγούνται.

Ο πιο διάσημος γιατρός στην Ευρώπη, ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, καταπλέει στην πόλη για μια σειρά διαλέξεων με θέμα, τι άλλο, τη ψυχανάλυση και τη θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Όμως θα βρεθεί σε μια κοινωνία που παρά το δυναμισμό που τη διακρίνει, φαίνεται να αποσυντίθεται: παράξενα σεξουαλικά βίτσια θεωρούνται συνηθισμένα στις τάξεις των πλουσίων και ισχυρών. Κάποιος, διεγείρεται δένοντας νεαρές υπάρξεις από το ταβάνι και μαστιγώνοντάς τες αλύπητα. Κάποιος, επιθυμώντας τη μικρή κόρη του φίλου του, του ρίχνει τη γυναίκα του σαν σεξουαλικό δόλωμα και όταν το ψάρι τσιμπάει, του γίνεται σαφές ότι για να πάρει, πρέπει να δώσει και αυτός.

Και όμως, δε θα το πιστέψετε: Η κοινωνία αυτή δεν θα δεχτεί τις ιδέες του Φρόιντ για το σεξουαλικό υπόβαθρο των επιθυμιών και ενεργειών μας, θεωρώντας ότι θα κλονίσουν τα θεμέλιά της ηθικής της!!!!!!!!!

Και ο φόνος; που είναι ο φόνος; γίνεται αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς ένα τουλάχιστον προς εξιχνίαση φόνο;

Μην ανησυχείτε είπαμε. Θα έχετε τον φόνο σας, αλλά θα σας κλέψουν στην πορεία το πτώμα μέσα από το νεκροτομείο. Θα πρέπει να το αναζητήσετε, και αυτό και τον δολοφόνο μαζί με τον γιατρό Στράτχαμ Γιάνγκερ, τον Επιθεωρητή Λίτλμορ και τον ιατροδικαστή Χούγκερ. Ο Φρόιντ στα μετόπισθεν, κάνει ότι μπορεί για να σας βοηθήσει με μέσο ....την ψυχανάλυση.

Πέμπτη, Αυγούστου 02, 2007

Η κατάρα της αλεπούς


Της Minette Walters. Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου

Ένα εξαιρετικό αστυνομικό βιβλίο με αγγλικό άρωμα, καλή πλοκή, ανατροπές κι έντονες συγκινήσεις. Μια παγωμένη νύχτα του χειμώνα η Αλισα Λόκιερ-Φοξ βρίσκεται νεκρή έξω από το σπίτι της, σ' ένα μικρό χωριό του Ντόρσετ, το Σένστηντ. Οι υποψίες βαρύνουν τον άντρα της το συνταγματάρχη Τζέιμς μέχρι που τελικά ο ιατροδικαστής αποδίδει το θάνατο σε φυσιολογικά αίτια. Το γεγονός αφήνει ανικανοποίητες μερικές από τις καλές κυρίες του χωριού οι οποίες αρχίζουν μια σχεδόν διατροφική εκστρατεία παρενόχλησης του συνταγματάρχη με νυχτερινά τηλεφωνήματα και κατηγορίες πολύ πιο σκοτεινές από τον "απλό" φόνο της γυναίκας του. Στο τοπίο έρχονται να προστεθούν και μια ομάδα άστεγων οι οποίοι καταλαμβάνουν μια γκρίζα από ιδιοκτησιακή άποψη περιοχή γύρω από το χωρίο και απειλούν να εγκατασταθούν εκεί.

Σε βοήθεια του συνταγματάρχη θα τρέξει ο δικηγόρος του καθώς και μια ξεχασμένη εγγονή η οποία δόθηκε πριν από πολλά χρόνια για υιοθεσία, επειδή ...

Ο σκοπός μας εδώ δεν είναι να σας πούμε την ιστορία. Το βιβλίο παρά τη ζοφερή ατμόσφαιρα που παρουσιάζει ειδικά στην αρχή, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και προτείνεται ανεπιφύλακτα. Όσοι πιστοί αναγνώσατε!

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

Ο χαμένος πίνακας του Ραφαήλ


Του Iain Pears. Μετάφραση Βιργινία Γάκα. Εκδόσεις Opus Magnum 2006.

Ο σχεδόν άγνωστος πίνακας του ασήμαντου ζωγράφου Μαντίνι με τίτλο "Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο" που βρίσκεται στην μικρή εκκλησία της Σάντα Μπάρμπαρα στη Ρώμη, προσελκύει ξαφνικά το ενδιαφέρον των πάντων: συλλεκτών, εμπόρων έργων τέχνης, ιστορικών τέχνης, υψηλόβαθμων στελεχών του Εθνικού Μουσείου της Ρώμης και κυρίως του Εθνικού Σώματος Δίωξης Κλοπών έργων Τέχνης.

Αιτία: η ανακάλυψη του
νεαρού Τζόναθαν Άρτζιλ, ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν επιζωγραφισμένο πίνακα του Ραφαήλ. Ο εν λόγω κύριος, είναι ιστορικός τέχνης που εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή με θέμα τον Μαντίνι και στο συμπέρασμα αυτό οδηγήθηκε από τις μελέτες του. Ο ίδιος ανακάλυψε και την κλοπή του. Κατά παράδοξο τρόπο όμως, θεωρείται υπαίτιος της κλοπής και συλλαμβάνεται.

Ο Ταντέο Μποττάντο, αρχηγός του
Εθνικού Σώματος Δίωξης Κλοπών έργων Τέχνης και η βοηθός του Φλάβια ντι Στέφανο, καλούνται να διαλευκάνουν την υπόθεση. Στην πορεία όμως αποδεικνύεται ότι παίζονται πολλά και συμφέροντα και διακυβεύονται υπολήψεις ανώτερων αξιωματούχων. Έτσι η έρευνά τους δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο. Το έργο αγοράζεται από το Ιταλικό κράτος σε δημοπρασία έναντι ενός αστρονομικού ποσού. Κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης πυρπολείται. Ένας από τους συντηρητές του, που υποτίθεται γνωρίζει πράγματα δυνάμενα να βλάψουν αρκετούς ιθύνοντες, δολοφονείται. Και ενώ όλοι θρηνούν την απώλεια, ο Άρτζιλ, που στο μεταξύ έχει αποφυλακιστεί και βοηθάει στις έρευνες, δηλώνει ότι είχε κάνει λάθος: ο πίνακας είναι Μαντίνι και μόνο Μαντίνι. Και πάλι όμως θεωρείται βασικός ύποπτος του φόνου. Για να γλυτώσει πρέπει να βρει τον ένοχο.

Μαζί λοιπόν με τη Φλάβια δημιουργούν ένα τρομερό ντουέτο που εντρυφώντας σε βιβλιοθήκες και ξεχασμένα αρχεία, αλωνίζοντας την Ευρώπη και ρισκάροντας τη ζωή τους, στο τέλος θα επιτύχουν και τα δύο: και ο δολοφόνος θα βρεθεί, και ο εμπρηστής του πίνακα, αλλά κυρίως θα ξαναεντοπιστεί το έργο του Ραφαήλ.

Συμπαθητικό, αλλά με περιορισμένες αξιώσεις βιβλίο, διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα, αποτελώντας ιδανικό καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Επιπρόσθετα μας προσφέρει πολλές γνώσεις για τον κόσμο της Αναγεννησιακής ζωγραφικής, των μεταγενέστερων απομιμήσεων, της συντήρησης των έργων, των τρόπων πλαστογράφησης, των μέσων πιστοποίησης της γνησιότητας ενός έργου ....και τον κόσμο των εργαζομένων στο Μουσείο.

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2007

Το σημάδι της τρίαινας

Της Fred Vargas, Μετάφραση Δημήτρης Ζαπώνης, Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα 2005

Μία ακόμα περιπέτεια με πρωταγωνιστή τον Ανταμσμπέρ παρουσιάζει η Φρεντ Βαργκάς στο βιβλίο αυτό. Αυτή τη φορά η δράση μεταφέρεται έξω από τα σύνορα της Γαλλίας, στον μακρινό Καναδά. Ο επιθεωρητής ξεκινώντας από νεανικά βιώματα προσπαθεί να εξιχνιάσει ένα φόνο που σφράγισε τη ζωή του, αλλά και άλλους φόνοους που ακολούθησαν φαινομαινικά ασύνδετους και με πάντα γνωστό τον δράστη. Ωστόσω ο πραγματικός δολοφόνος διαφεύγει. Ο Ανταμσμπέρ έχει την ευφυία να τον διαγνώσει και την υπομονή να τον κυνηγήσει για πολλές δεκαετίες.

Συμπαραστάτες του οι γνωστοί από παλιότερες περιπέτειες μοίραρχος Νταγκλάρ και η ηλικιωμένη κυρία Κλεμαντίν. Σ΄αυτούς θα προστεθούν νέοι συνεργάτες ορθόδοξοι και ανορθόδοξοι και όλοι μαζί θα προσπαθήσουν να βρούν τον εφυέστατο, ικανότατο και διαταραγμένο δολοφόνο.